Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nose around
[phrase form: nose]
01
ψαχουλεύω, περιεργάζομαι
to try to find something, particularly information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
nose
ενεστώτας
nose around
γ΄ ενικό πρόσωπο
noses around
ενεστώτα μετοχή
nosing around
απλός αόριστος
nosed around
παθητική μετοχή
nosed around
Παραδείγματα
He nosed around the garage, searching for his missing tools.
Ψάχνοντας γύρω από το γκαράζ, έψαχνε για τα χαμένα του εργαλεία.



























