Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
noses
Παραδείγματα
The child had a runny nose and needed a tissue.
Το παιδί είχε στάζουσα μύτη και χρειαζόταν ένα χαρτομάντηλο.
1.1
μύτη, πλώρη
a front that resembles a human nose (especially the front of an aircraft)
1.2
αίσθηση της όσφρησης, μύτη (με την έννοια της όσφρησης)
the sense of smell (especially in animals)
02
άκρη, μύτη
the front or forward projection of a tool or weapon
03
τρίχα, λίγο
a small distance
04
ράμφος, ακροφύσιο
a projecting spout from which a fluid is discharged
05
μύτη, έμφυτη ικανότητα
a natural skill
06
μύτη, περιέργεια
a symbol of inquisitiveness
to nose
01
προχωρώ με προσοχή, προοδεύω με επιφύλαξη
advance the forward part of with caution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
nose
γ΄ ενικό πρόσωπο
noses
ενεστώτα μετοχή
nosing
απλός αόριστος
nosed
παθητική μετοχή
nosed
02
περιεργάζομαι, βάζω τη μύτη μου
search or inquire in a meddlesome way
03
νικώ με μικρή διαφορά, κερδίζω οριακά
defeat by a narrow margin
04
τρίβω τις μύτες, τρίβω τις μύτες μεταξύ τους
rub noses
05
σπρώχνω με τη μύτη, κινώ με τη μύτη
push or move with the nose
06
μυρίζομαι, αντιλαμβάνομαι
catch the scent of; get wind of
Λεξικό Δέντρο
nasal
noseless
nosey
nose



























