Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to name after
01
ονομάζω προς τιμήν, δίνω το όνομα
to give someone or something a name in honor or in memory of another person or thing
Ditransitive: to name after sb/sth sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
after
βασικό ρήμα
name
ενεστώτας
name after
γ΄ ενικό πρόσωπο
names after
ενεστώτα μετοχή
naming after
απλός αόριστος
named after
παθητική μετοχή
named after
Παραδείγματα
They decided to name their daughter after her grandmother.
Αποφάσισαν να ονομάσουν την κόρη τους με το όνομα της γιαγιάς της.



























