Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to name after
[phrase form: name]
01
ονομάζω προς τιμήν, δίνω το όνομα
to give someone or something a name in honor or in memory of another person or thing
Ditransitive: to name after sb/sth sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
after
βασικό ρήμα
name
ενεστώτας
name after
γ΄ ενικό πρόσωπο
names after
ενεστώτα μετοχή
naming after
απλός αόριστος
named after
παθητική μετοχή
named after
Παραδείγματα
The street was named after a local war hero.
Ο δρόμος πήρε το όνομά του από έναν τοπικό πολεμικό ήρωα.



























