Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lose out
01
χάνω, υπερνικώμαι
to be defeated or surpassed by someone or something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
lose
ενεστώτας
lose out
γ΄ ενικό πρόσωπο
loses out
ενεστώτα μετοχή
losing out
απλός αόριστος
lost out
παθητική μετοχή
lost out
Παραδείγματα
The company lost out on the contract because their bid was too high.
Η εταιρεία έχασε τη σύμβαση επειδή η προσφορά τους ήταν πολύ υψηλή.
02
χάνω πλεονεκτήματα, βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση
to be at a disadvantage
Παραδείγματα
Students who don't have access to a good education lose out on opportunities in life.
Οι μαθητές που δεν έχουν πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση χάνουν ευκαιρίες στη ζωή.



























