Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lose out
[phrase form: lose]
01
χάνω, υπερνικώμαι
to be defeated or surpassed by someone or something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
lose
ενεστώτας
lose out
γ΄ ενικό πρόσωπο
loses out
ενεστώτα μετοχή
losing out
απλός αόριστος
lost out
παθητική μετοχή
lost out
Παραδείγματα
A great deal on a house came up and we did n't want to lose out, so we put in an offer right away.
Εμφανίστηκε μια πολύ καλή προσφορά για ένα σπίτι και δεν θέλαμε να χάσουμε την ευκαιρία, οπότε κάναμε μια προσφορά αμέσως.
02
χάνω πλεονεκτήματα, βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση
to be at a disadvantage
Παραδείγματα
People who do n't have access to healthcare lose out on the opportunity to live a healthy life.
Άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη χάνουν την ευκαιρία να ζήσουν μια υγιή ζωή.



























