Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to improve on
01
βελτιώνω, εξελίσσω
to make something better compared to a previous state or standard
Transitive: to improve on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
improve
ενεστώτας
improve on
γ΄ ενικό πρόσωπο
improves on
ενεστώτα μετοχή
improving on
απλός αόριστος
improved on
παθητική μετοχή
improved on
Παραδείγματα
The new software version improves on the previous one by fixing bugs and adding new features.
Η νέα έκδοση του λογισμικού βελτιώνει την προηγούμενη διορθώνοντας σφάλματα και προσθέτοντας νέες λειτουργίες.



























