bod
bod
bɒd
bod
bedbadbowedbawd

Ορισμός και σημασία του "bod"στα αγγλικά

01

σώμα, φυσική κατάσταση

the human body 
bod definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bods
Παραδείγματα
He worked out every day to keep his bod in top shape. 

Γυμναζόταν κάθε μέρα για να διατηρεί το σώμα του σε κορυφαία φόρμα.

Λεξικό Δέντρο

bodily
bod
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store