bod
bod
bɑ:d
μπαντ
/bˈɒd/

Ορισμός και σημασία του "bod"στα αγγλικά

01

σώμα, φυσική κατάσταση

the human body
bod definition and meaning
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bods
Παραδείγματα
They discussed the different ways to nourish and take care of the bod.
Συζήτησαν τους διαφορετικούς τρόπους για να θρέψουν και να φροντίσουν το σώμα.

Λεξικό Δέντρο

bodily
bod
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store