Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grow apart
01
απομακρύνομαι, γίνομαι πιο μακρινός
(of people and their relationship) to gradually become less close
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
apart
βασικό ρήμα
grow
ενεστώτας
grow apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
grows apart
ενεστώτα μετοχή
growing apart
απλός αόριστος
grew apart
παθητική μετοχή
grown apart
Παραδείγματα
Over the years, they gradually grew apart as their interests diverged.
Με τα χρόνια, απομακρύνθηκαν σταδιακά καθώς τα ενδιαφέροντά τους διέφεραν.



























