to grow apart
Pronunciation
/ɡɹˈoʊ ɐpˈɑːɹt/

Ορισμός και σημασία του "grow apart"στα αγγλικά

to grow apart
[phrase form: grow]
01

απομακρύνομαι, γίνομαι πιο μακρινός

(of people and their relationship) to gradually become less close
to grow apart definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
apart
βασικό ρήμα
grow
ενεστώτας
grow apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
grows apart
ενεστώτα μετοχή
growing apart
απλός αόριστος
grew apart
παθητική μετοχή
grown apart
Παραδείγματα
If they do n't make an effort to stay connected, they may grow apart in the future.
Αν δεν καταβάλλουν προσπάθεια να παραμείνουν συνδεδεμένοι, μπορεί να απομακρυνθούν στο μέλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store