to go together
go
gəʊ
gew
to
ge
ˈge
ge
ther
ðə
dhē

Ορισμός και σημασία του "go together"στα αγγλικά

to go together
01

ταιριάζουν μαζί, συμπληρώνονται αμοιβαία

to complement and suit each other when combined or placed together 
Intransitive
to go together definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go together
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes together
ενεστώτα μετοχή
going together
απλός αόριστος
went together
παθητική μετοχή
gone together
Παραδείγματα
Chocolate and strawberries go together perfectly for a delicious dessert. 

Η σοκολάτα και οι φράουλες ταιριάζουν τέλεια για ένα νόστιμο επιδόρπιο.

02

πηγαίνω μαζί, συνυπάρχω

to exist or occur at the same time or in the same place as something else 
Intransitive
Παραδείγματα
In most cultures, celebrations and music go together. 

Στις περισσότερες κουλτούρες, οι γιορτές και η μουσική πάνε μαζί.

03

βγαίνω μαζί, είμαι σε σχέση

to be in a romantic relationship 
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
I didn’t know Jake and Lisa go together now! 

Δεν ήξερα ότι ο Τζέικ και η Λίζα βγαίνουν τώρα!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store