to do over
Pronunciation
/dˈuː ˈoʊvɚ/

Ορισμός και σημασία του "do over"στα αγγλικά

to do over
01

ξανακάνω, επαναλαμβάνω

to repeat or redo a task, activity, or process, often to improve the outcome
to do over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do over
γ΄ ενικό πρόσωπο
does over
ενεστώτα μετοχή
doing over
απλός αόριστος
did over
παθητική μετοχή
done over
Παραδείγματα
The coach insisted that the team should do the drill over to perfect their technique.
Ο προπονητής επέμεινε ότι η ομάδα πρέπει να ξανακάνει την άσκηση για να τελειοποιήσει την τεχνική της.
02

ξανακάνω, ανακαινίζω

to redecorate or refurnish something, such as a room
Παραδείγματα
After purchasing the house, they set out to do over the entire interior to suit their personal style.
Μετά την αγορά του σπιτιού, ξεκίνησαν να ξανακάνουν ολόκληρο το εσωτερικό για να ταιριάζει με το προσωπικό τους στυλ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store