Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bank on
01
βασίζομαι σε, εναποθέτω ελπίδες σε
to put hope and trust in a person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
bank
ενεστώτας
bank on
γ΄ ενικό πρόσωπο
banks on
ενεστώτα μετοχή
banking on
απλός αόριστος
banked on
παθητική μετοχή
banked on
Παραδείγματα
He's been banking on his skills to advance in his career.
Έχει βασίζεται στις δεξιότητές του για να προοδεύσει στην καριέρα του.



























