Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bank on
[phrase form: bank]
01
βασίζομαι σε, εναποθέτω ελπίδες σε
to put hope and trust in a person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
bank
ενεστώτας
bank on
γ΄ ενικό πρόσωπο
banks on
ενεστώτα μετοχή
banking on
απλός αόριστος
banked on
παθητική μετοχή
banked on
Παραδείγματα
They 're banking on the market trends to improve their sales.
Βασίζονται στις τάσεις της αγοράς για να βελτιώσουν τις πωλήσεις τους.



























