Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to back onto
[phrase form: back]
01
οπισθοχωρώ σε, παρκάρω προς τα πίσω σε
to move a vehicle backward onto a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
onto
βασικό ρήμα
back
ενεστώτας
back onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
backs onto
ενεστώτα μετοχή
backing onto
απλός αόριστος
backed onto
παθητική μετοχή
backed onto
Παραδείγματα
The firetruck had to back onto the street to reach the building.
Το πυροσβεστικό όχημα έπρεπε να γυρίσει πίσω στην οδό για να φτάσει στο κτίριο.
02
βλέπει προς, εφάπτεται με
(of a building) to have its back face something directly
Παραδείγματα
Our backyard seamlessly backs onto the dense forest, creating a peaceful environment.
Η πίσω αυλή μας βλέπει απευθείας στον πυκνό δάσος, δημιουργώντας ένα ειρηνικό περιβάλλον.



























