to answer to
an
ˈɑ:n
aan
swer
to
tu
too

Ορισμός και σημασία του "answer to"στα αγγλικά

to answer to
01

λογοδοτώ σε, απαντώ σε

to have to explain one's actions to someone in authority 
to answer to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
answer
ενεστώτας
answer to
γ΄ ενικό πρόσωπο
answers to
ενεστώτα μετοχή
answering to
απλός αόριστος
answered to
παθητική μετοχή
answered to
Παραδείγματα
The manager will have to answer to the company's board of directors for the project's delays. 

Ο διαχειριστής θα πρέπει να απαντήσει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας για τις καθυστερήσεις του έργου.

02

αντιστοιχώ σε, απαντώ σε

to be the same as or relate to something 
Παραδείγματα
The description given by the witness didn't quite answer to the facts presented in the security footage. 

Η περιγραφή που δόθηκε από τον μάρτυρα δεν ανταποκρίθηκε πλήρως στα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο υλικό ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store