Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to answer to
[phrase form: answer]
01
λογοδοτώ σε, απαντώ σε
to have to explain one's actions to someone in authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
answer
ενεστώτας
answer to
γ΄ ενικό πρόσωπο
answers to
ενεστώτα μετοχή
answering to
απλός αόριστος
answered to
παθητική μετοχή
answered to
Παραδείγματα
The CEO must answer to shareholders for the company's financial performance.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος πρέπει να λογοδοτεί στους μετόχους για τη χρηματοοικονομική απόδοση της εταιρείας.
02
αντιστοιχώ σε, απαντώ σε
to be the same as or relate to something
Παραδείγματα
Your actions should answer to your words, ensuring consistency in your behavior and promises.
Οι πράξεις σας θα πρέπει να ανταποκρίνονται στα λόγια σας, διασφαλίζοντας συνέπεια στη συμπεριφορά και τις υποσχέσεις σας.



























