airbase
air
ˈɛr
ερ
base
ˌbeɪs
μπεισ
/ˈe‌ə.be‌ɪs/

Ορισμός και σημασία του "airbase"στα αγγλικά

01

αεροπορική βάση, στρατιωτικό αεροδρόμιο

the base of operation for the aircraft of military forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airbases
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store