airbase
air
ˈeə
e
base
beɪs
beis

Ορισμός και σημασία του "airbase"στα αγγλικά

01

αεροπορική βάση, στρατιωτικό αεροδρόμιο

the base of operation for the aircraft of military forces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
airbases

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store