Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to photobomb
01
φωτοβομβαρδίζω, χαλάω μια φωτογραφία
to ruin someone's photo by making a sudden appearance or a silly face as the picture is about to be taken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
photobomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
photobombs
ενεστώτα μετοχή
photobombing
απλός αόριστος
photobombed
παθητική μετοχή
photobombed
Παραδείγματα
The dog photobombed the family photo by jumping up and licking everyone's faces.
Ο σκύλος photobomb την οικογενειακή φωτογραφία πηδώντας και γλείφοντας τα πρόσωπα όλων.



























