Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to photobomb
01
φωτοβομβαρδίζω, χαλάω μια φωτογραφία
to ruin someone's photo by making a sudden appearance or a silly face as the picture is about to be taken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
photobomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
photobombs
ενεστώτα μετοχή
photobombing
απλός αόριστος
photobombed
παθητική μετοχή
photobombed
Παραδείγματα
The group of friends decided to photobomb the tourist's picture at the landmark.
Η ομάδα των φίλων αποφάσισε να photobomb τη φωτογραφία του τουρίστα στο αξιοθέατο.



























