carry-on
ca
rry
ri
ri
on
ɒn
on
Koreancarrionkaryon

Ορισμός και σημασία του "carry-on"στα αγγλικά

01

χειραποσκευή, μικρή βαλίτσα

a suitcase or a small bag that one can carry onto an airplane 
carry-on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carry-ons
Παραδείγματα
She packed a small carry-on for her weekend trip. 

Συσκεύασε ένα μικρό χειραποσκευή για το ταξίδι της το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store