gre
gre
ʤi:ɑ:i:
jiaai

Ορισμός και σημασία του "GRE"στα αγγλικά

01

GRE, Εξετάσεις GRE

a test that must be passed in the US by students who want to continue their education after their first degree 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
Παραδείγματα
She spent months preparing for the GRE in order to apply to graduate school. 

Πέρασε μήνες προετοιμάζοντας για το GRE προκειμένου να υποβάλει αίτηση σε μεταπτυχιακή σχολή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store