on-board
on
ɒn
on
board
bɔ:d
bawd
onboard
onboard

Ορισμός και σημασία του "on-board"στα αγγλικά

01

επιβαρημένος, στο πλοίο/αεροπλάνο

located or provided on a ship, aircraft, or other vehicle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The on-board doctor checked passengers throughout the flight. 

Ο επιβαίνοντας γιατρός έλεγξε τους επιβάτες καθ' όλη τη διάρκεια της πτήσης.

02

ενσωματωμένο, επί του σκάφους

built into or functioning within a main system or device, especially in electronics 
Παραδείγματα
The phone has 128GB of on-board storage. 

Το τηλέφωνο διαθέτει 128GB ενσωματωμένης αποθήκευσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store