Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Midlife
01
μεσήλικη ηλικία, ώριμη ηλικία
the period during which a person is not old enough but is not young either
Παραδείγματα
Friends often discuss health concerns that arise in midlife.
Οι φίλοι συχνά συζητούν ανησυχίες για την υγεία που προκύπτουν στη μέση ηλικία.
Λεξικό Δέντρο
midlife
mid
life



























