midlife
mid
ˈmɪd
mid
life
laɪf
laif
midlinemidwife

Ορισμός και σημασία του "midlife"στα αγγλικά

01

μεσήλικη ηλικία, ώριμη ηλικία

the period during which a person is not old enough but is not young either 
midlife definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He began questioning his career choices during midlife. 

Άρχισε να αμφισβητεί τις επιλογές καριέρας του κατά τη μέση ηλικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

midlife

mid

+

life

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store