Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occupational therapist
/ˌɑːkjʊpˈeɪʃənəl θˈɛɹəpˌɪst/
Occupational therapist
01
εργοθεραπευτής, θεραπευτής επαγγελματικής θεραπείας
a branch of health care that is primarily concerned with promoting people's health and well being through occupation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
occupational therapists



























