acupuncturist
a
ˈæ
αι
cu
kjʊ
κγου
punc
ˌpʌnk
πανκ
tu
ʧə
τσα
rist
rɪst
ριστ

Ορισμός και σημασία του "acupuncturist"στα αγγλικά

01

βελονιστής, ειδικός στην βελονισματοθεραπεία

a person who is trained in acupuncture 
acupuncturist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
acupuncturists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

acupuncturist
acupuncture
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store