Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Face covering
01
κάλυμμα προσώπου, μάσκα προσώπου
a piece of material that covers all or parts of one's face, particularly to prevent or reduce the spread of a disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
face coverings



























