paracetamol
pa
ˈpæ
ra
ce
ˌsɛ
se
ta
ta
ta
mol
mɒl
mol

Ορισμός και σημασία του "paracetamol"στα αγγλικά

01

παρακεταμόλη, ακεταμινοφαίνη

a synthetic compound, usually in the form of tablet, used to treat or reduce fever and pain 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paracetamols
Παραδείγματα
I took some paracetamol to relieve my headache. 

Πήρα λίγο παρακεταμόλη για να ανακουφίσω τον πονοκέφαλό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store