Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Orthotics
01
ορθωτικά, ορθοπεδική
the branch of medical science concerned with the use of supportive mechanical devices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























