Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laryngology
01
λαρυγγολογία, μελέτη του λάρυγγα και του ρινοφάρυγγα
a medical branch that deals with the larynx and nasopharynx
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laryngologies



























