laryngology
laryngology
lærɪnggɒləʤi
lāringgolēji

Ορισμός και σημασία του "laryngology"στα αγγλικά

01

λαρυγγολογία, μελέτη του λάρυγγα και του ρινοφάρυγγα

a medical branch that deals with the larynx and nasopharynx 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laryngologies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store