Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seasonal affective disorder
01
εποχική συναισθηματική διαταραχή, εποχική κατάθλιψη
a medical condition in which one is depressed in fall and winter, particularly due to lack of sunlight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























