Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repetitive strain injury
/ɹɪpˈɛɾɪtˌɪv stɹˈeɪn ˈɪndʒɚɹi/
RSI
Repetitive strain injury
01
τραυματισμός από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση, διαταραχή του μυοσκελετικού συστήματος
damage to muscles, tendons, or other soft tissues that develops over time from repetitive movements, prolonged overuse, or sustained awkward posture during work or daily activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repetitive strain injuries
Παραδείγματα
Physical therapy focused on strengthening and stretching to help recover from the repetitive strain injury.
Η φυσιοθεραπεία επικεντρώθηκε στην ενίσχυση και το τέντωμα για να βοηθήσει στην ανάκαμψη από τον τραυματισμό από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση.



























