Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repetitive strain injury
01
τραυματισμός από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση, διαταραχή του μυοσκελετικού συστήματος
damage to muscles, tendons, or other soft tissues that develops over time from repetitive movements, prolonged overuse, or sustained awkward posture during work or daily activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repetitive strain injuries
Παραδείγματα
After months of typing without breaks she was diagnosed with a repetitive strain injury in her right wrist.
Μετά από μήνες πληκτρολόγησης χωρίς διαλείμματα, της διαγνώστηκε τραυματισμός από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση στον δεξί της καρπό.



























