Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burnout
01
επαγγελματική εξάντληση, burnout
a state of emotional, mental, and physical exhaustion caused by stress, overwork, or a lack of balance between work and personal life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After years of working long hours without breaks, she experienced burnout and struggled to find motivation for her job.
Μετά από χρόνια εργασίας για πολλές ώρες χωρίς διαλείμματα, βίωσε εξουθένωση και δυσκολεύτηκε να βρει κίνητρα για τη δουλειά της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
burnout
burn
out



























