burnout
burn
ˈbɜ:n
bēn
out
aʊt
awt
bornite

Ορισμός και σημασία του "burnout"στα αγγλικά

01

επαγγελματική εξάντληση, burnout

a state of emotional, mental, and physical exhaustion caused by stress, overwork, or a lack of balance between work and personal life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After years of working long hours without breaks, she experienced burnout and struggled to find motivation for her job. 

Μετά από χρόνια εργασίας για πολλές ώρες χωρίς διαλείμματα, βίωσε εξουθένωση και δυσκολεύτηκε να βρει κίνητρα για τη δουλειά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store