fresh-faced
fresh
frɛʃ
fresh
faced
feɪst
feist

Ορισμός και σημασία του "fresh-faced"στα αγγλικά

fresh-faced
01

με φρέσκο πρόσωπο, νέος και υγιής

having a young, healthy-looking face 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fresh-faced
συγκριτικός βαθμός
more fresh-faced
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store