Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fresh-faced
01
με φρέσκο πρόσωπο, νέος και υγιής
having a young, healthy-looking face
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fresh-faced
συγκριτικός βαθμός
more fresh-faced
διαβαθμίσιμο



























