Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fresher
01
πρωτοετής φοιτητής, fresher
a first-year undergraduate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
freshers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
refresher
fresher



























