fresher
Pronunciation
/ˈfɹɛʃɝ/

Ορισμός και σημασία του "fresher"στα αγγλικά

01

πρωτοετής φοιτητής, fresher

a first-year undergraduate
fresher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freshers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store