Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adhere to
[phrase form: adhere]
01
τηρώ, παραμένω πιστός
to keep following a certain regulation, belief, or agreement
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
adhere
ενεστώτας
adhere to
γ΄ ενικό πρόσωπο
adheres to
ενεστώτα μετοχή
adhering to
απλός αόριστος
adhered to
παθητική μετοχή
adhered to
Παραδείγματα
It is crucial to adhere to safety regulations in the laboratory.
Είναι κρίσιμο να τηρείτε τους κανονισμούς ασφαλείας στο εργαστήριο.



























