Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
non-smoking
01
μη καπνιστής, απαγορεύεται το κάπνισμα
of a place where smoking is prohibited
Παραδείγματα
The non-smoking zones in the park are well marked.
Οι ζώνες απαγόρευσης καπνίσματος στο πάρκο είναι καλά σημειωμένες.



























