Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Majority verdict
01
πλειοψηφική απόφαση, πλειοψηφική βούλευση
(law) a decision supported or made by a jury that most of the people, but not all agree with
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
majority verdicts
Παραδείγματα
The jury reached a majority verdict after hours of deliberation.
Η κριτική επιτροπή κατέληξε σε ετυμηγορία πλειοψηφίας μετά από ώρες συζήτησης.
LanGeek



























