Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to find against
01
κηρύσσω ένοχο, λαμβάνω απόφαση εναντίον
to declare someone guilty or make a decision against someone in a court case
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
find
ενεστώτας
find against
γ΄ ενικό πρόσωπο
finds against
ενεστώτα μετοχή
finding against
απλός αόριστος
found against
παθητική μετοχή
found against
Παραδείγματα
The court consistently found against the plaintiff.
Το δικαστήριο συνέχεια απέρριπτε τον ενάγοντα.



























