Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safe bet
01
ασφαλές στοίχημα, ασφαλής επένδυση
a thing that is extremely likely to be true or happen
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
safe bets
Παραδείγματα
It's a safe bet that prices will rise again before summer.
Η επένδυση σε κρατικά ομόλογα θεωρείται συχνά ένα ασφαλές στοίχημα για μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα.
LanGeek



























