Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safekeeping
01
φύλαξη, προστασία
the responsibility of a guardian or keeper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
safekeeping
safe
keeping



























