to check on
check
ʧɛk
chek
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "check on"στα αγγλικά

to check on
01

ελέγχω, εξετάζω

to check the wellbeing, truth, or condition of someone or something 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check on
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks on
ενεστώτα μετοχή
checking on
απλός αόριστος
checked on
παθητική μετοχή
checked on
Παραδείγματα
She called her elderly neighbor every morning to check on her wellbeing and see if she needed any assistance. 

Τηλεφωνούσε στον ηλικιωμένο γείτονά της κάθε πρωί για να ελέγξει την ευημερία του και να δει αν χρειαζόταν βοήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store