Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to check on
01
ελέγχω, εξετάζω
to check the wellbeing, truth, or condition of someone or something
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check on
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks on
ενεστώτα μετοχή
checking on
απλός αόριστος
checked on
παθητική μετοχή
checked on
Παραδείγματα
He went to check on the car parked outside after hearing a loud noise.
Πήγε να ελέγξει το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο έξω αφού άκουσε έναν δυνατό θόρυβο.



























