Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thought police
01
αστυνομία σκέψης, φύλακες της σκέψης
a group of individuals who aim to seize control of people’s beliefs or opinions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
thought police
LanGeek



























