Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Misjudgment
01
λανθασμένη κρίση, άδικη γνώμη
an incorrect or unjust opinion that is formed about someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
misjudgments
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
misjudgment
judgment
judge



























