misjudgment
mis
mɪs
μισ
judg
ˈʤʌʤ
τζατζ
ment
mənt
μαντ
prejudgmentjudgment
misjudgement

Ορισμός και σημασία του "misjudgment"στα αγγλικά

01

λανθασμένη κρίση, άδικη γνώμη

‌an incorrect or unjust opinion that is formed about someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
misjudgments

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

misjudgment
judgment
judge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store