Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reason with
[phrase form: reason]
01
συζητώ με, προσπαθώ να πείσω
to talk to someone to convince them to act or think more rationally
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
reason
ενεστώτας
reason with
γ΄ ενικό πρόσωπο
reasons with
ενεστώτα μετοχή
reasoning with
απλός αόριστος
reasoned with
παθητική μετοχή
reasoned with
Παραδείγματα
In a calm conversation, they aimed to reason with their neighbor about the noise issue.
Σε μια ήρεμη συζήτηση, στόχευαν να συζητήσουν λογικά με τον γείτονά τους για το ζήτημα του θορύβου.



























