to spark up
Pronunciation
/spˈɑːɹk ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "spark up"στα αγγλικά

to spark up
01

ξεκινώ, ανάβω

to start a friendship, conversation, quarrel, etc.
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
spark
ενεστώτας
spark up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sparks up
ενεστώτα μετοχή
sparking up
απλός αόριστος
sparked up
παθητική μετοχή
sparked up
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store