Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spark up
01
ξεκινώ, ανάβω
to start a friendship, conversation, quarrel, etc.
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
spark
ενεστώτας
spark up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sparks up
ενεστώτα μετοχή
sparking up
απλός αόριστος
sparked up
παθητική μετοχή
sparked up



























