riven
ri
ˈrɪ
ri
ven
vən
vēn
ravenripen

Ορισμός και σημασία του "riven"στα αγγλικά

01

διαιρεμένος, σχισμένος

(of a group of people) divided by disagreements, particularly violently 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most riven
συγκριτικός βαθμός
more riven
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store