moot point
moot
mu:t
moot
point
pɔɪnt
poynt

Ορισμός και σημασία του "moot point"στα αγγλικά

01

αμφισβητήσιμο σημείο, αμφιλεγόμενο θέμα

a subject about which there are different opinions or disagreements 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moot points
Παραδείγματα
Whether we should have used a different approach in the last project is a moot point now; we need to focus on the upcoming one. 

Το αν θα έπρεπε να είχαμε χρησιμοποιήσει μια διαφορετική προσέγγιση στο τελευταίο έργο είναι τώρα ένα αμφισβητούμενο σημείο· πρέπει να επικεντρωθούμε στο επερχόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store