to accord with
a
a
a
ccord
ˈkɔ:d
kawd
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "accord with"στα αγγλικά

to accord with
01

συμφωνώ με, ταιριάζω με

to agree with or correspond to something 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
accord
ενεστώτας
accord with
γ΄ ενικό πρόσωπο
accords with
ενεστώτα μετοχή
according with
απλός αόριστος
accorded with
παθητική μετοχή
accorded with
Παραδείγματα
Her views on environmental policy accord with the organization's mission statement. 

Οι απόψεις της για την πολιτική περιβάλλοντος συμφωνούν με τη δήλωση αποστολής του οργανισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store