Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accord with
01
συμφωνώ με, ταιριάζω με
to agree with or correspond to something
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
accord
ενεστώτας
accord with
γ΄ ενικό πρόσωπο
accords with
ενεστώτα μετοχή
according with
απλός αόριστος
accorded with
παθητική μετοχή
accorded with
Παραδείγματα
The architect's plans accord with the local zoning regulations.
Τα σχέδια του αρχιτέκτονα συμφωνούν με τους τοπικούς κανονισμούς χωροταξίας.



























