Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Packed lunch
01
συσκευασμένο γεύμα, μεσημεριανό για το σχολείο ή τη δουλειά
the food such as fruit, sandwiches, etc. taken to work or school
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
packed lunches



























